Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές είναι η ιδανική επιλογή για την επίτευξη αειφόρου ανάπτυξης με υψηλούς ρυθμούς, επειδή όχι μόνο συμβάλει αποφασιστικά την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και των δραματικών επιπτώσεών της σε οικονομίες και κοινωνίες, αλλά πλέον έχει και χαμηλότερο κόστος σε σύγκριση με τις ρυπογόνες, συμβατικές πηγές ενέργειας, όπως τα ορυκτά καύσιμα (λιγνίτης, πετρέλαιο, φυσικό αέριο).

Επί σειρά ετών, η Καθαρή Ενέργεια που παράγεται από τον ήλιο, τον άνεμο και τις άλλες Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) αντιμετωπίζονταν ως δαπανηρά εγχειρήματα που δεν είναι βιώσιμα δίχως επιδοτήσεις από το κράτος και επιβάρυνση του φορολογούμενου. Ο μύθος αυτός δημιουργήθηκε στην απαρχή του κινήματος των ΑΠΕ, όταν οι σχετικές τεχνολογίες και οι υποδομές ήταν σε εμβρυϊκό στάδιο.

Ωστόσο, η εντυπωσιακή τεχνολογική πρόοδος και οι τεράστιες επενδύσεις που έγιναν στον κλάδο των ΑΠΕ τα τελευταία χρόνια έχουν φέρει τα… πάνω κάτω. Η ηλιακή και η αιολική ενέργεια έχουν γίνει τόσο προσιτές ώστε, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Bloomberg, οι μονάδες παραγωγής τους μπορούν να επιβιώσουν μόνες τους χωρίς να χρειάζονται επιδοτήσεις. Ειδικότερα, το κόστος παραγωγής της αιολικής ενέργειας μειώθηκε κατά 50% από το 2010 ενώ το αντίστοιχο κόστος για την ηλιακή ενέργεια μειώθηκε κατά 85% το ίδιο χρονικό διάστημα.

Μια μελέτη του 2018 που διεξήχθη από το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης διαπίστωσε ότι οι κυβερνητικές πολιτικές που αποσκοπούν στη μείωση του κόστους της ηλιακής ενέργειας συνέβαλαν επίσης σε εκρηκτική αύξηση της κλίμακας παραγωγής, η οποία με τη σειρά της οδήγησε σε μείωση κατά 99% (!) του κόστους παραγωγής κατά τα τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Οι εξελίξεις αυτές κατέστησαν την παραγωγή αιολικής και ηλιακής ενέργειας φθηνότερη από τη δημιουργία νέων σταθμών άνθρακα ή αερίου περίπου στα δύο τρίτα του πλανήτη, σύμφωνα με το Bloomberg και ο μύθος για την ακρίβεια των ΑΠΕ καταρρίπτεται εκκωφαντικά σε κάθε γωνιά της Γης:
  • Τα κεφάλαια που επενδύθηκαν την τελευταία δεκαετία στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ανέρχονται σε 2,6 τρισ. δολάρια παγκοσμίως, σύμφωνα με το Bloomberg. Το 50%, εξ αυτών επενδύθηκε στην ηλιακή ενέργεια.
  • Το δυναμικό ηλιακής ενέργειας αυξήθηκε πάνω από 26 φορές μέσα σε δέκα χρόνια, από τα 25 GW το 2009 σε 663 GW το 2019, ενέργεια ικανή να καλύψει τις ετήσιες ανάγκες ηλεκτροδότησης περίπου 100 εκατομμυρίων νοικοκυριών στις ΗΠΑ!
  • Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα αιολικά πάρκα, οι ηλιακοί συλλέκτες, η βιομάζα και οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί παρήγαγαν, το γ’ τρίμηνο του 2019, περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από τη συνδυασμένη παραγωγή των ηλεκτροπαραγωγικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου, σύμφωνα με ανάλυση της Carbon Brief, αντανακλώντας τη δραματική μείωση του κόστους των ΑΠΕ.
  • Σύμφωνα με το Bloomberg, η Ισπανία έχει αποσύρει τα περισσότερα από τα κίνητρα που κάποτε πρόσφερε για να ενθαρρύνει την υιοθέτηση της ηλιακής ενέργειας. Το αποτέλεσμα: η ηλιακή ενέργεια είναι, από μόνη της, ο φθηνότερος τρόπος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα.
  • Ομοίως, στη διψασμένη για ενέργεια Κίνα η υιοθέτηση ανανεώσιμων πηγών σημειώνει εκρηκτική αύξηση σε όλη την επικράτεια παρά τα περιορισμένα κίνητρα για την κατασκευή αιολικών και ηλιακών σταθμών.
  • Μια έκθεση της υπηρεσίας BloombergNEF αναφέρει ότι παγκοσμίως το μέσο κόστος ης παραγωγής αιολικής ενέργειας στην ξηρά κατά το β’ 6μηνο του 2-19 μειώθηκε κατά 6% σε σύγκριση με το προηγούμενο 6μηνο σε 47 δολάρια ανά μεγαβάτ-ώρα για νέα κατασκευαστικά έργα. Τα φθηνότερα αιολικά πάρκα στην ξηρά βρίσκονται στο Τέξας, τη Βραζιλία, το Μεξικό και την Ινδία, ενώ η παραγωγή ενέργειας κοστίζει 26 έως 31 δολάρια ανά μεγαβάτ-ώρα, σύμφωνα με την έκθεση. Αντίστοιχα, το κόστος παραγωγής ηλιακής ενέργειας από φωτοβολταϊκά μειώνεται παγκοσμίως με ρυθμό 11% από την αρχή του έτους, στα επίπεδα των 51 δολαρίων ανά μεγαβάτ-ώρα.
Η Ελλάδα δε θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Οι κυβερνητικές εξαγγελίες για απολιγνιτοποίηση της Ελλάδας το 2028, πιστοποιούν ότι η παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη εκτός από υπερβολικά ρυπογόνα έχει καταστεί πλέον ασύμφορη οικονομικά. Η χώρα μας η φιλοδοξεί να επιτύχει η κατανάλωση ρεύματος από ΑΠΕ να φτάσει στο 35% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας ως το 2030, πάνω δηλαδή από το στόχο (32%) της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ίδιο διάστημα. Το μέλλον είναι αναπότρεπτο και θα χαρακτηρίζεται από ενεργειακή αυτονομία και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη που θα βασίζεται στην πράσινη, καθαρή ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.